“ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ…” (από τους λόγους του αγίου Παϊσίου)

 

«-Γέροντα, μου κάνει εντύπωση το θάρρος των Μυροφόρων.

-Οι Μυροφόρες είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό, είχαν πνευματική κατάσταση, γι’ αυτό δεν υπολόγισαν τίποτα… Γι’ αυτό και αξιώθηκαν να ακούσουν από τον Άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.

-Γέροντα, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε την χαρά της Αναστάσεως;

 

Συνέχεια

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

(και για μεγάλα παιδιά)

Σχόλια στα δραματικά γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ – Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η Κυριακή του Πάσχα είναι για την Εκκλησία η αφετηρία της νέας δημιουργίας. Η φθορά και ο θάνατος πλέον δεν έχουν καμία δύναμη στη ζωή του ανθρώπου και της κτίσης, αλλά “τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια”. Αυτό φαντάζει οξύμωρο για τη νοοτροπία του κόσμου, καθώς όλοι διαπιστώνουμε την συνεχή καταστροφή του περιβάλλοντος, τον θάνατο που κρατά δέσμιο τον κάθε άνθρωπο, αλλά και το γεγονός ότι ο κόσμος μας ελάχιστα έχει αλλάξει, παρά τα μηνύματα και την παρουσία της πίστης στο Χριστό. Αδικίες και πόλεμοι γίνονται, τα συμφέροντα κυριαρχούν, η ζωή είναι πάντοτε απλόχερη για τους λίγους, ενώ οι πολλοί βιώνουν την δυσκολία, η πρόοδος δεν έχει εξασφαλίσει την ευτυχία, αλλά έχει εξοβελίσει το Θεό από την ζωή των πολλών.

Συνέχεια

Ἡ Ἀνάστασις (από ένα παλιό αναγνωστικό)

Ανάσταση

 

Μὲ πόση λαχτάρα τὴν περιμένομεν ὅλοι αὐτὴ τὴν ἑορτή! Καὶ πιὸ πολὺ τὰ παιδάκια, ποὺ ἔχουν νὰ φορέσουν καὶ τὰ λαμπριάτικα.

Γιὰ τὴ Μαρῖνα ἡ μητέρα ἔρραψεν ἕνα φορεματάκι ὁλόασπρο. Γιὰ τὸν Ἀνέστη μιὰ μπλουζίτσα μὲ παντελονάκι γαλάζιο. Ἐορτάζει κιόλας ὁ Ἀνέστης τὴν ἡμέρα αὑτή.

– Στὴν Ἀνάστασι θὰ τὰ φορέσετε, παιδιά μου. Τότε, ποὺ θὰ πᾶμε ὅλοι στὴν ἐκκλησία, εἶπεν ἡ μητέρα.

Μὰ νά καὶ ἡ Ἀνάστασις, ἦλθε. Ντάν! ντάν! ντάν! κτυποῦν χαρούμενες τὰ μεσάνυκτα οἱ καμπάνες.

– Ἐλᾶτε νὰ ἑορτάσωμε τὴν μεγάλη ἑορτή. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μας, λέγουν οἱ καμπάνες.

 

Συνέχεια

Η ΛΑΜΠΡΗ (από ένα παλιό αναγνωστικό)

1. Ντάγκ, ντάγκ, ντάγκ. Ντάγκ, ντάγκ, ντάγκ! ἀκούστηκε τὰ μεσάνυχτα ἡ καμπάνα τῆς Λαμπρῆς.


᾽Εγώ, ζωγραφίζοντας μὲ τὸ χερὶ μιὰ πέρδικα σ’ ἕνα κόκκινο αὐγό, δὲν εἶχα ἀποκοιμηθῆ. Τ’ ἄλλα ἀδέρφια μου κοιμόνταν ἥσυχα σὰ στὸν καλὸ καιρό. ῾Η μητέρα μου χώριζε τὰ φρεσκοπλυμένα ἀσπρόρουχα τοῦ καθενός. ῾Η γιαγιά μου παιδευόταν μὲ τὴν ψυχοκόρη μας στὸ μαγειρειὸ ἑτοιμάζοντας τὴ μαγειρίτσα μὲ τὰ σηκοτάκια καὶ τ’ ἄλλα λιανώματα τοῦ ἀρνιοῦ μὲ κρεμμυδάκια καὶ ἄνηθο. Τότε ἀκούστηκε ἀπὸ τὸ διπλανὸ δωμάτιο ἡ φωνὴ τοῦ πατέρα μου:

-Σηκωθῆτε κι ἑτοιμαστῆτε γρήγορα, νὰ μὴν κάθεται ὁ κόσμος καὶ μᾶς περιμένη.

Ποῦ νὰ ξυπνήσουν ὅμως τ’ ἀδέρφια μου! ῾Ο μικρὸς μάλιστα, ἄν δὲν τὸν ράντιζαν μὲ νερό, θὰ κοιμόταν ἀκόμη ὡς τὰ τώρα! Τόσο, ποὺ κίνησε κι ἦρθε ἄνιφτος.

-Πήρατε τὶς λαμπάδες σας; ρώτησε ὁ πατέρας μου. Καὶ τὴ μεγάλη γιὰ τὸ Χριστό; σβήσατε καλὰ τὶς φωτιές; κοιτάξτε νὰ μὴν ἀφήσετε τὴ γάτα στὸ μαγειρειὸ μὲ τ’ ἀρνὶ. Κάμετε λοιπὸν γρήγορα. Χρονιάσατε, ὅσο νὰ ἑτοιμαστῆτε!

Συνέχεια