Άγιος Ιωάννης ο Βατάτζης: άγιος της Εκκλησίας και θρύλος της Ιστορίας

η μνήμη του τιμάται στις 4 Νοεμβρίου

το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το περιοδικό Προς τη Νίκη και μπορεί να διαβαστεί και από τα μεγαλύτερα παιδιά. Για να μαθαίνουν τα παιδιά και οι νέοι μας για την ιστορία της Φυλής μας και για θρύλους , που θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε…

VATATZI5

Νίκαια γύρω στά 1240 μ.Χ.

Ὁ Θεόδωρος, γιός τοῦ μεγάλου αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννη Βατάτζη, ἑτοιμάζεται γιά τήν ἀγαπημένη του ἀσχολία: Κυνήγι μέ τούς φίλους. Φοράει τή χρυσοραμμένη ἀκριβή στολή του. Σίγουρα μέσα σ’ αὐτή ξεχωρίζει. Ὅπως πρέπει νά ξεχωρίζει ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου.

Συνέχεια ΕΔΩ

Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;…

.ταπεινά αγριολούλουδα

.

Ο ΘΕΟΣ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ (αγίου Παϊσίου)

.

Μερικὲς φορὲς ξεκινᾶμε νὰ κάνουμε μιὰ δουλειὰ καὶ παρουσιάζονται ἕνα σωρὸ ἐμπόδια. Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;

-Νὰ ἐξετάσουμε ἂν φταῖμε ἐμεῖς. Ἂν δὲν φταῖμε, τὸ ἐμπόδιο θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλό μας. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ στενοχωριέται, ἂν δὲν ἔγινε ἡ δουλειὰ ἢ ἂν καθυστέρησε νὰ τελειώση.

Μιὰ φορὰ κατέβαινα βιαστικὸς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, νὰ πάω στὴν Κόνιτσα γιὰ μιὰ ἐπείγουσα δουλειά. Σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ δρόμου – Γολγοθᾶ τὸ ἔλεγα – συνάντησα ἕναν γνωστὸ τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν μπαρμπα-Ἀναστάση, μὲ τρία ζῶα φορτωμένα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀνηφόρα εἶχαν ἀναποδογυρισθῆ τὰ σαμάρια τους καὶ ἕνα ζῶο ἦταν κοντὰ στὸν γκρεμὸ καὶ κόντευε νὰ πέση κάτω. «Ὁ Θεὸς σ’ ἔστειλε, Πάτερ», μοῦ εἶπε ὁ μπαρμπα-Ἀναστάσης. Τὸν βοήθησα νὰ τὰ ξεφορτώσουμε καὶ νὰ τὰ ξαναφορτώσουμε, τὰ βάλαμε καὶ στὸν δρόμο καὶ τὸν ἄφησα. Ὅταν προχώρησα ἀρκετά, ἔφθασα σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου μόλις πρὶν λίγο εἶχε γίνει κατολίσθηση σὲ μῆκος τριακόσια μέτρα καὶ εἶχε φαγωθῆ τὸ μονοπάτι. Δένδρα καὶ πέτρες εἶχαν κατεβῆ στὸ ποτάμι. Ἂν δὲν καθυστεροῦσα, θὰ βρισκόμουν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε ἡ κατολίσθηση. «Μπαρμπα-Ἀναστάση, εἶπα, μ᾿ ἔσωσες. Ὁ Θεὸς σ᾿ ἔστειλε».

.

Συνέχεια

Για το ότι πρέπει να επιδιώκουμε την «ησυχία» με κάθε δυνατό τρόπο

απόσπασμα από το Μεγάλο Γεροντικό (τόμος α’ κεφάλαιο β’)

.

 Όταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του και έλεγε στον Θεό:

«Κύριε, θέλω να σωθώ αλλά δεν μ΄αφήνουν οι λογισμοί μου. Τι να κάνω με τη θλίψη μου αυτή;
Πώς να σωθώ;»

Κάποια φορά λοιπόν βγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του να κάθεται και να κάνει εργόχειρο.

.

Συνέχεια

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: