“Όλα αλλάζουν με το κόπο, και η ψυχή και το σώμα…”

forest1

 

Ο Γέροντας μού μιλούσε, όχι για κάποια αποσπασματική καλή μας προσπάθεια, άλλα για ένα απο­φασιστικό, οριστικό πέρασμα από την παλιά ζωή της αμαρτίας στην καινούρια ζωή της αγιότητας, κατά την οποία εμείς ζούμε εν Χριστώ και ο Χριστός εν ημίν και γι΄ αυτό το πέρασμα χρειαζόταν να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις.

Μια φορά, με ρώτησε: «Δε μου λες, για να σπουδάσει κανείς δικηγόρος, πόσα χρόνια χρειά­ζονται;» Τού απάντησα. Με ξαναρώτησε: «Για να σπουδάσει μηχανικός, χημικός, γιατρός, πόσα χρόνια χρειάζονται;» Τού απάντησα αναλόγως, απορώντας για τη φύση των ερωτήσεων του.

Κι ο Γέροντας κατέληξε: «Εμείς, για να σπουδάσουμε, για να μάθουμε το θέ­λημα τού Θεού και να το εφαρμόσουμε;»

 

Συνέχεια

“Να μην ανοίγουμε πολλά μέτωπα” (αγ. Παΐσιος)

Ζάλογγος 1

 

Οι άνθρωποι σήμερα, επειδή δεν ζουν απλά, έχουν πολύ περισπασμό. Ανοίγουν πολλά μέτωπα και χάνονται με την πολλή μέριμνα.

Εγώ ένα-δύο πράγματα τα τακτοποιώ και μετά σκέφτομαι άλλα. Ποτέ δεν έχω να κάνω πολλά πράγματα μαζί. Τώρα σκέφτομαι να κάνω αυτό, το τελειώνω και μετά σκέφτομαι να κάνω κάτι άλλο. Γιατί, αν δεν τελειώσω το ένα και αρχίσω το άλλο, δεν έχω ανάπαυση. Όταν έχη κανείς πολλά μαζί να κάνη, παλαβώνει. Και μόνο να τα σκέφτεται, παθαίνει σχιζοφρένεια.

Συνέχεια

Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;…

.ταπεινά αγριολούλουδα

.

Ο ΘΕΟΣ ΑΞΙΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ (αγίου Παϊσίου)

.

Μερικὲς φορὲς ξεκινᾶμε νὰ κάνουμε μιὰ δουλειὰ καὶ παρουσιάζονται ἕνα σωρὸ ἐμπόδια. Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν τὰ ἐμπόδια εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό;

-Νὰ ἐξετάσουμε ἂν φταῖμε ἐμεῖς. Ἂν δὲν φταῖμε, τὸ ἐμπόδιο θὰ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλό μας. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει κανεὶς νὰ στενοχωριέται, ἂν δὲν ἔγινε ἡ δουλειὰ ἢ ἂν καθυστέρησε νὰ τελειώση.

Μιὰ φορὰ κατέβαινα βιαστικὸς ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Στομίου, νὰ πάω στὴν Κόνιτσα γιὰ μιὰ ἐπείγουσα δουλειά. Σὲ ἕνα δύσκολο σημεῖο τοῦ δρόμου – Γολγοθᾶ τὸ ἔλεγα – συνάντησα ἕναν γνωστὸ τοῦ μοναστηριοῦ, τὸν μπαρμπα-Ἀναστάση, μὲ τρία ζῶα φορτωμένα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀνηφόρα εἶχαν ἀναποδογυρισθῆ τὰ σαμάρια τους καὶ ἕνα ζῶο ἦταν κοντὰ στὸν γκρεμὸ καὶ κόντευε νὰ πέση κάτω. «Ὁ Θεὸς σ’ ἔστειλε, Πάτερ», μοῦ εἶπε ὁ μπαρμπα-Ἀναστάσης. Τὸν βοήθησα νὰ τὰ ξεφορτώσουμε καὶ νὰ τὰ ξαναφορτώσουμε, τὰ βάλαμε καὶ στὸν δρόμο καὶ τὸν ἄφησα. Ὅταν προχώρησα ἀρκετά, ἔφθασα σὲ ἕνα σημεῖο ὅπου μόλις πρὶν λίγο εἶχε γίνει κατολίσθηση σὲ μῆκος τριακόσια μέτρα καὶ εἶχε φαγωθῆ τὸ μονοπάτι. Δένδρα καὶ πέτρες εἶχαν κατεβῆ στὸ ποτάμι. Ἂν δὲν καθυστεροῦσα, θὰ βρισκόμουν ἐκεῖ τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἔγινε ἡ κατολίσθηση. «Μπαρμπα-Ἀναστάση, εἶπα, μ᾿ ἔσωσες. Ὁ Θεὸς σ᾿ ἔστειλε».

.

Συνέχεια

Για το ότι πρέπει να επιδιώκουμε την «ησυχία» με κάθε δυνατό τρόπο

απόσπασμα από το Μεγάλο Γεροντικό (τόμος α’ κεφάλαιο β’)

.

 Όταν ο αββάς Αντώνιος ασκήτευε στην έρημο, έπεσε κάποτε σε ακηδία και σε μεγάλη σύγχυση των λογισμών του και έλεγε στον Θεό:

«Κύριε, θέλω να σωθώ αλλά δεν μ΄αφήνουν οι λογισμοί μου. Τι να κάνω με τη θλίψη μου αυτή;
Πώς να σωθώ;»

Κάποια φορά λοιπόν βγήκε λίγο προς τα έξω και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του να κάθεται και να κάνει εργόχειρο.

.

Συνέχεια