ΜΙΑ ΟΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

“Μιὰ τέτοια ὑπέροχη ὄαση μέσα στὴν κόπωση τοῦ χρόνου εἶναι καὶ τὸ κατανυκτικὸ Τριώδιο. Ἔρχεται νὰ ἀναζωογονήσει τὸν φλογισμένο ἀπ’ τὴν κακία ὁδοιπόρο, τὸν «πεφορτισμένο» ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο.”

Σχετική εικόνα

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει μόλις διασωθεῖ ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ ἀπειλή, διαβαίνοντας θαυματουργικὰ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Μπροστά του ἁπλώνεται τώρα ἡ ἀπέραντη ἔρημος. Ἀρχίζει μιὰ ἐπίπονη πορεία δύο περίπου μηνῶν, μέχρι νὰ φτάσουν στὸ ὄρος Σινᾶ. Ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλᾶ. Ἡ πορεία μέσα στὴν ἄνυδρη καυτὴ ἄμμο εἶναι πραγματικὸ μαρτύριο. Περισσότερο γιὰ τοὺς γέρους, τὰ μικρὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες. «Οὐαὶ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις…». Οἱ δυσκολίες τοὺς ταλαιπωροῦν ἀφάνταστα. Πιὸ ἔντονα ἀπ’ ὅλα αἰσθάνονται τὴν ἔλλειψη τοῦ νεροῦ. Εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ κάνει αἰσθητὴ τὴν ἀπουσία του μέσα στὴν καυτή, φονικὴ ἔρημο. Καὶ τότε ἀρχίζουν οἱ γογγυσμοὶ καὶ τὰ παράπονα. Ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ του δούλου Μωυσῆ.

Ἀναχωρώντας λοιπὸν ὁ Μωυσῆς ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, «ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἔρημον Σούρ». Τρεῖς ὁλόκληρες μέρες βάδιζαν μέσα στὴν ἔρημο αὐτή, χωρὶς νὰ βρίσκουν πουθενὰ νερό. Ἡ δίψα, ὅταν προστίθεται στὴν κοπιαστικὴ ὁδοιπορία, συνθέτει ἐφιαλτικὸ σενάριο. Ἐπιτέλους φτάνουν στὴν τοποθεσία Μερρά, ὅπου ὑπῆρχε νερό. Μὰ ὅταν διψασμένοι ἔσκυψαν νὰ πιοῦν, εἶδαν πὼς τὸ νερό, γεμάτο ἀπὸ τὰ νιτρικὰ ἅλατα ποὺ σὲ μεγάλες ποσότητες βρίσκονται στὴν περιοχὴ τοῦ Σινᾶ, ἦταν πικρὸ καὶ δὲν πινόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνόμασαν τὸν τόπο ἐκεῖνο Πικρία. Στὶς νέες διαμαρτυρίες τους ὁ Θεὸς ὑπέδειξε στὸν Μωυσῆ νὰ ρίξει στὸ νερὸ ἕνα κλαδὶ ἀπὸ κάποιο δέντρο καὶ τὸ νερὸ γλύκανε, ἔγινε πόσιμο. Στὴ συνέχεια τοὺς ὁδήγησε στὴν Αἰλείμ, δέκα χιλιόμετρα νοτιότερα τῆς Μερρᾶς, ὅπου στρατοπέδευσαν γιὰ ἀρκετὲς μέρες καὶ ξεκουράστηκαν. Γιατὶ ἡ Αἰλεὶμ ἦταν μιὰ δροσερὴ ὄαση ἐν μέσῳ τῆς ἐρήμου. Δώδεκα κρυστάλλινες πηγὲς καὶ ἑβδομήντα θαλεροὶ φοίνικες χάριζαν τὴν πολύτιμη δροσιά τους στοὺς καταπονημένους ὁδοιπόρους (Ἐξ. 15, 22-27).

Συνέχεια

Το υπόλοιπο του χρόνου

Αποτέλεσμα εικόνας για time running out hourglass

 π. Δημητρίου Μπόκου

Κυνηγημένος από μια δεκαμελή ομάδα ενόπλων ανταρτών, Κυριακή πρωί, στις 20 Οκτωβρίου 1945, ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, μόλις χτύπησε την καμπάνα, αναγκάσθηκε να φύγει από την Εκκλησία για να γλυτώσει.

Έπιασε μια ρεματιά και τους ξέφυγε, μα σε λίγο τον πρόλαβαν πάλι, γιατί ήταν έφιπποι. Τον πυροβολούσαν, όμως καμμιά σφαίρα δεν τον χτυπούσε. Του έριχναν με τα στεν, φορητά αυτόματα, χωρίς να μπορούν να τον σκοτώσουν. Οι σφαίρες τρυπούσαν τα ράσα του, τις καταλάβαινε πάνω του, αλλά κυλούσαν στο χώμα χωρίς να τον πληγώνουν. Τον κύκλωσαν βρίζοντάς τον χυδαία και φωνάζοντας. Βλέποντας τον θανάσιμο κίνδυνο σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και φώναξε «εκ βαθέων»:

 

Συνέχεια

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ (Χριστουγεννιάτικη ιστορία)

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΡΗΝΗ

π. Δημητρίου Μπόκου

«….καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνός,

καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ,

καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται,

καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς»

(Ἡσ. 11, 6-7)

Ἡ χρυσὴ πύλη ἔκλεισε πίσω τους καὶ τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο ἀντίκρυσε γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ χώρα διαφορετικὴ ποὺ ἁπλωνόταν ἀπέραντη μπροστά τους.

–  Δὲν εἶναι καὶ τόσο τραγικά! εἶπε ἡ γυναίκα προσπαθώντας νὰ δώσει ἕναν τόνο αἰσιοδοξίας στὴ φωνή της.

Μὰ δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια της ὅταν ἕνας φοβερὸς βρυχηθμὸς ἔσπασε τὴ σιγαλιὰ τῆς καταπράσινης κοιλάδας. Ἡ εἰδυλλιακὴ εἰκόνα τοῦ ὄμορφου δειλινοῦ θρυμματίστηκε βίαια. Ἡ εὐκίνητη στικτὴ λεοπάρδαλη κοντοστάθηκε. Τὸ πυρόξανθο ἐρίφιο τοῦ αἴγαγρου, ποὺ ἀεικίνητο στριφογύριζε γύρω της παίζοντας μὲ τὴν οὐρά της, στύλωσε τὰ λεπτὰ πόδια του μὲ ἀπορία. Ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ χόρτα ἡ ἀντιλόπη ἀναπήδησε ξαφνιασμένη. Τὸ μεγάλο ἐλάφι, ὑψώνοντας τὰ κλαδωτά του κέρατα, σάρωσε βιαστικὰ μὲ ἀνήσυχη ματιὰ τὸν περίγυρο. Ὁ μικρὸς σκίουρος μὲ ἔκδηλη περιέργεια πρόβαλε ἀπ’ τὴν κουφάλα τοῦ δέντρου. Ἡ τεράστια ἀρκούδα ὑψώθηκε στὰ πίσω της πόδια γιὰ νὰ δεῖ καλύτερα, ἐνῶ τὸ μοσχάρι ἀπορημένο σταμάτησε νὰ μασουλάει τὸ χορτάρι του.

 

Συνέχεια

Τ Ο   Μ Υ Σ Τ Ι Κ Ο (Χριστουγεννιάτικη ιστορία)

Σχετική εικόνα

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ

 

Προτοῦ ξημερώσει, νύχτα ἀκόμη, ξύπνησε, καθὼς τὸ συνήθιζε, ὁ γέρο-Φιλάγριος. Ἄλλαξε φυτίλι στὸ καντήλι ποὺ τρεμόσβηνε κι ἀνάβοντας δυὸ κεριὰ μπρὸς στὶς εἰκόνες, διάβασε τὶς ἑωθινές του προσευχές, τὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο.

Ἔφεγγε γιὰ τὰ καλὰ ὅταν τελείωσε. Τράβηξε τὸ ξύλινο πορτόφυλλο ποὺ ἔκλεινε τὸ ἄνοιγμα τῆς σπηλιᾶς καὶ βγῆκε στὸν ἐξώστη, ἕνα φυσικὸ πλάτωμα τοῦ βράχου πάνω ἀπ’ τὸν γκρεμό. Ἀπὸ χαμηλὰ ἀνέβαινε, μόνιμο τραγούδι στ’ αὐτιά του, τὸ βουητὸ τοῦ νεροῦ, καθὼς κυλοῦσε ὁρμητικὰ στὸ φαράγγι. Τὸ καλοκαίρι μόνο ἡσύχαζε, γινόταν φλύαρο μουρμουρητό, μητρικὸ νανούρισμα στὸν ὕπνο του.

 

Συνέχεια

Ἡ   π ρ ο σ δ ο κ ί α   τ ῶ ν   ἐ θ ν ῶ ν

 

iakwb_01

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ  

Ὁ  πα­τριά­ρχης Ἰ­α­κὼβ συ­ναι­σθα­νό­με­νος τὸ τέ­λος του κά­λε­σε κον­τά του τοὺς δώ­δε­κα γιούς του. «Συ­να­χθῆ­τε γύ­ρω μου, εἶ­πε, γιὰ νὰ σᾶς ἀ­ναγ­γεί­λω τί πρό­κει­ται νὰ σᾶς συμ­βεῖ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου». Ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι, ἄρ­χι­σε ἀ­πὸ τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Ρου­βήν, νὰ τοὺς εὐ­λο­γεῖ καὶ νὰ προ­φη­τεύ­ει μὲ τὸν φω­τι­σμὸ τοῦ Θε­οῦ τὰ μέλ­λον­τα.

Ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α ἔ­δω­σε στὸν τέ­ταρ­το γιό του, τὸν Ἰ­ού­δα: «Ἰ­ού­δα, θὰ σὲ ὑ­μνή­σουν οἱ ἀ­δελ­φοί σου. Ἡ δύ­να­μή σου θὰ εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρὴ πά­νω στοὺς ἐ­χθρούς σου. Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ πα­τέ­ρα σου θὰ σὲ προ­σκυ­νή­σουν. Εἶ­σαι σκύ­μνος λέ­ον­τα (νε­α­ρὸ λι­ον­τά­ρι), Ἰ­ού­δα. Ἀ­πὸ βλα­στὸ φύ­τρω­σες, γι­έ μου. Ξά­πλω­σες καὶ κοι­μή­θη­κες ὅ­πως κοι­μᾶ­ται ὁ λέ­ον­τας καὶ ὁ σκύ­μνος. Ποι­ὸς τολ­μά­ει νὰ τὸν πλη­σιά­σει γιὰ νὰ τὸν ξυ­πνή­σει; Δὲν θὰ λεί­ψει ἄρ­χον­τας ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα καὶ ἀρ­χη­γὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πο­γό­νους του, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πό­κειν­ται (ὅ­λες) οἱ ἐ­ξου­σί­ες καὶ αὐ­τὸς θὰ εἶ­ναι ἡ προσ­δο­κί­α τῶν ἐ­θνῶν» (Γεν. 49, 1-10).

 

Συνέχεια

Οι ἅ­γιοι Θε­ο­πά­το­ρες (α) :Θεῖο καὶ ἀνθρώπινο θέλημα

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοι θεοπατορες

του π. Δημητρίου Μπόκου

Οἱ ἅ­γιοι Θε­ο­πά­το­ρες Ἰ­ω­α­κεὶμ καὶ Ἄν­να (9 Σε­πτ.) ἀ­νή­κουν στὰ ἅ­για ἀν­δρό­γυ­να τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἱ­στο­ρί­ας. Μὲ τὴ θε­ο­σέ­βεια ποὺ τοὺς δι­έ­κρι­νε ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ γί­νουν οἱ κα­τὰ σάρ­κα προ­πά­το­ρες (οἱ παπ­ποῦ­δες δη­λα­δὴ) τοῦ Χρι­στοῦ. Κι ὅ­μως οἱ εὐ­λα­βεῖς αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν γε­ρά­σει χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τέ­κνα. Ἡ βα­θειά τους ἐ­πι­θυ­μί­α ἔ­με­νε ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.

Ὁ Θε­ὸς ἤ­θε­λε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Υἱ­οῦ του νὰ γί­νουν μὲ τρό­πο θαυ­μα­στό. Ὅ­ταν λοι­πὸν εἶ­χε ἐ­κλεί­ψει κά­θε φυ­σι­κὴ δυ­να­τό­τη­τα γιὰ ἀ­πό­κτη­ση παι­διοῦ, ἀ­φοῦ ἡ Ἄν­να ἦ­ταν σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, ὁ Θε­ὸς ἀ­να­τρέ­πει τοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ τοὺς χα­ρί­ζει αὐ­τὸ ποὺ δι­α­κα­ῶς ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν: τὴ θυ­γα­τέ­ρα ποὺ θὰ γι­νό­ταν «ἡ πάν­των χα­ρά», ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ.

 

Συνέχεια

Η αληθινή ευσέβεια (Γ΄). Δημιουργός: Ο Θεός ή εμείς;

– π. Δημητρίου Μπόκου

Πολλοί άνθρωποι σήμερα θα διαφωνούσαν με τη στάση του Ιώβ έναντι του Θεού, κατά την ώρα της φοβερής δοκιμασίας του.

Και αυτό, γιατί σήμερα όλο και λιγότερο οι άνθρωποι έχουν τη διάθεση να εκχωρήσουν στον Θεό δικαιώματα επί των κεκτημένων τους. Δεν τον αναγνωρίζουν Κύριό τους.

Ιδιαίτερα ισχύει αυτό προκειμένου για τα παιδιά τους. Οι γονείς τα θεωρούν αποκλειστικό κτήμα τους. Δεν εννοούν να αφήσουν κανένα, ούτε τον Θεό, να παρεμβληθεί στη σχέση τους μαζί τους. Τα θέλουν ολωσδιόλου δικά τους. Ιδίως αν τα απέκτησαν με δυσκολία, σύνηθες πράγμα σήμερα. Γι’ αυτό και τους είναι αδιανόητο να χαθεί κάποιο παιδί τους, να το πάρει ο Θεός πριν την ώρα του. Ακόμα και συνειδητοί Χριστιανοί δείχνουν εξαιρετική δυσκαμψία στο ζήτημα αυτό. Εξεγείρονται και δυσανασχετούν εναντίον του Θεού, όταν επισυμβεί κάτι τέτοιο. Η λογική του Ιώβ τους φαίνεται ακατανόητη.

Συνέχεια

Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια (Β’) – ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια (Β') – ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
– πατρός Δημητρίου Μπόκου
.

Στὴ δραματικὴ ἱστορία τοῦ Ἰὼβ (βλ. ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 382, Μάιος 2015) ἀξίζει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὴ νηφάλια τοποθέτησή του ἐνῷ δοκιμάζεται σκληρά, τὴ στιγμὴ δηλαδὴ ποὺ ἔχει χάσει τὴν ἀμύθητη περιουσία του, τὰ δέκα παιδιά του, ἀλλὰ καὶ τὴν πολύτιμη ὑγεία του. Ἡ στάση του ἀποτελεῖ μοναδικὸ διαχρονικὸ παράδειγμα, ἱκανὸ νὰ ἐμπνέει καὶ τὸν ἄνθρωπο τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς. Ὁ Ἰὼβ γνωρίζει καλὰ τοὺς ὅρους μιᾶς ἰσορροπημένης σχέσης μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ καὶ διαζωγραφεῖ τὶς ἄριστες πνευματικὲς ἀρχὲς ποὺ πρέπει νὰ τὴ διέπουν.

Τὰ λόγια του, ὅταν πληροφορήθηκε τὶς μεγάλες του συμφορές, εἶναι χαρακτηριστικά: «Ὁ Κύριος τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος τὰ ἀφαίρεσε. Ὅπως φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου στοὺς αἰῶνες».

 

Συνέχεια

Η αληθινή ευσέβεια (Α) : Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ

– π. Δημητρίου Μπόκου.

%ce%9f-%ce%b4%ce%af%ce%ba%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%99%cf%8e%ce%b2-%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b1%ce%b8%ce%bb%ce%bf%cf%82-2

 

Ο Ιώβ (6 Μαΐου) ήταν άνθρωπος άμεμπτος απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Θεός αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε πάνω στη γη πιο ενάρετος και θεοσεβής άνθρωπος από αυτόν. Ο Σατανάς όμως αντέταξε ότι η αρετή του Ιώβ δεν είναι γνήσια. Κατά τη γνώμη του, ο Ιώβ σεβόταν τον Θεό, επειδή έλαβε από αυτόν πολλά αγαθά. Ο Ιώβ είχε επτά χιλιάδες πρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, χίλια βόδια και πεντακόσια γαϊδούρια. Για τη φύλαξή τους είχε τεράστιο αριθμό υπηρετών. Είχε επίσης αποκτήσει και δέκα παιδιά, επτά γιους και τρεις θυγατέρες.

Για να φανεί ότι η αρετή του Ιώβ είναι αληθινή και δεν εξαρτάται από τα αγαθά του, ο Θεός έδωσε την άδεια στον Σατανά να τον δοκιμάσει. Έτσι λοιπόν σε μία και μόνο μέρα ο δίκαιος Ιώβ έλαβε απανωτά, τη μία πάνω στην άλλη, τις χειρότερες ειδήσεις. Οι ληστές άρπαξαν τα βόδια και τα γαϊδούρια του, σκοτώνοντας τους υπηρέτες. Φωτιά που έπεσε από τον ουρανό κατέκαψε τα πρόβατα, τις καμήλες και τους βοσκούς. Σφοδρός άνεμος από την έρημο γκρέμισε το σπίτι του μεγάλου του γιου. Όλα τα παιδιά του Ιώβ, που έτρωγαν και έπιναν μέσα, σκοτώθηκαν.

 

Συνέχεια

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για προσκομιδη

άρθρο του π. Δημητρίου Μπόκου

.

Ὅταν ὁ λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ κάνει τὴν προετοιμασία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀρχίζει τὴν ἀκολουθία τῆς Προθέσεως ἢ Προσκομιδῆς μὲ μία χαρακτηριστικὴ κίνηση: Ὑψώνει τὸ πρόσφορο μὲ τὴν ἁγία λόγχη μέχρι τὸ μέτωπό του καὶ λέγει τὸ τροπάριο: Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι· τῷ Σταυρῷ προσηλωθεὶς καὶ τῇ λόγχῃ κεντηθείς, τὴν ἀθανασίαν ἐπήγασας ἀνθρώποις, Σωτὴρ ἡμῶν, δόξα σοι. Κατόπιν, χαράσσοντας μὲ τὸ πρόσφορο στὸν ἀέρα τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, λέγει: Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν… Θυμᾶται ὅτι καθετὶ καλὸ στὸν κόσμο καὶ κυρίως ἡ ἀθανασία πηγάζει ἀπὸ τὴν “προσήλωση”, τὸ κάρφωμα τοῦ Χριστοῦ στὸν Σταυρό.

 

Συνέχεια

Ο ΔΥΟΣΜΟΣ, ΤΟ ΑΝΗΘΟ ΚΑΙ ΟΙ ΦΑΝΟΥΡΟΠΙΤΕΣ

φανουρόπιτα 1

π. Δημητρίου Μπόκου

 

Ὁ Χριστὸς κάποτε στιγμάτισε γιὰ πολλὰ πράγματα τὴ συμπεριφορὰ τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, ἀνέφερε καὶ ὅτι ἀσχολοῦνται πρόθυμα καὶ σχολαστικὰ μὲ ἐντελῶς δευτερεύοντα πράγματα, ἐνῶ ἀδιαφοροῦν τελείως γιὰ τὰ σπουδαιότερα καὶ βασικὰ ποὺ ζητάει ὁ Θεός.

«Ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν. Ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι» (Ματθ. 23, 23).

Ὅλη σας ἡ φροντίδα, λέει, εἶναι ἂν θὰ βγάλετε τὴ δεκάτη (τὴν προσφορὰ τοῦ 10%) ἀπὸ τὸν δυόσμο, τὸ ἄνηθο καὶ τὸ κύμινο γιὰ τὸν ναό. Γιὰ τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμιότητα ποὺ σᾶς κάνει ἀξιόπιστους, κανένα ἐνδιαφέρον! Ὅμως μὲ αὐτὰ θά ’πρεπε κυρίως νὰ ἀσχολεῖσθε, χωρὶς νὰ παραλείπετε βέβαια καὶ τὰ ἐλαφρότερα.

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ μᾶς θυμίζουν ἕνα φαινόμενο τῶν ἡμερῶν μας. Οἱ Χριστιανοὶ δείχνουν μεγάλη προθυμία στὸ νὰ φτιάχνουν φανουρόπιτες καὶ τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Φανουρίου (ἀλλὰ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη μέρα) τρέχουν στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ τὶς «διαβάσουν». Δὲν εἶναι κατακριτέα ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν ἅγιο.

 

Συνέχεια ΕΔΩ→

ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΠΑΝΑΓΙΑ

Παναγία στην αγία Παρασκευή Θεσσαλονίκης

 

“Ἡ μάνα πάντα ἀγρυπνᾶ.

Μὰ ἂν μάθουμε νὰ τὴ φωνάζουμε κιόλας; Δὲν θά ’ναι ἀσυγκρίτως καλύτερα;…”

π. Δημητρίου Μπόκου

Στ’ ἀνέμελα χρόνια, ποὺ παιδὶ κι ἐγὼ γυρόφερνα στὶς στράτες τοῦ χωριοῦ μου, στὶς μεταξὺ Ἀγράφων καὶ Τζουμέρκων καταπράσινες βουνοπλαγιές, στὴν Παραχελωίτιδα χώρα τῶν ἀρχαίων, ἄκουγα πολλὲς φορὲς τὴ γιαγιά μου τὴ Βαρβάρα – πονεμένη κι ἅγια ψυχή, Θεὸς σχωρέσ’ την – νὰ ἀναφέρει μιὰν ἰδιότυπη προφητεία:

– Ἄχ, παιδάκι μου! Ἔλεγαν οἱ παλιοί, πὼς ὅποιος ζήσει τὸ ’61, θὰ φάει μὲ ἀσημένιο κουτάλι.

Καὶ νά, ποὺ ἔφτασε καὶ πέρασε τὸ 1961 καὶ ὄντως φάγαμε «μὲ ἀσημένιο κουτάλι». Ἡ «προφητεία» – καημὸς τῶν στερημένων – ἐπαληθεύτηκε. Ἡ τρομερή μας ἐποχὴ τὰ γεύτηκε ὅλα σὲ ἀπίστευτη ἀφθονία. Ἀκόμα καὶ σήμερα, τὸ 2015, ποὺ μιλᾶμε γιὰ οἰκονομικὴ κρίση.

Μιλᾶνε γιὰ κρίση ὅσοι δὲν ἔζησαν πρὶν ἀπὸ τὸ ’61. Ὅσοι δὲ γνώρισαν τὸ τί σημαίνει φτώχεια. Γιατὶ ἀκόμα καὶ σήμερα, μὲ κρίση, ὁ κόσμος ἔχει πράγματα, ποὺ οἱ παλιότερες γενιὲς οὔτε στὸν ὕπνο τους δὲν θὰ τολμοῦσαν νὰ ὀνειρευτοῦν. O mores, o tempora! Ἄλλα ἤθη, ἄλλες ἐποχές!

 

Συνέχεια  ΕΔΩ→

Όταν αλλάζει το σκηνικό

του πατρός Δημητρίου Μπόκου.

α. Οἱ θλίψεις

Δὲν ξέρω πῶς βρέθηκα ἐδῶ.
Ἔτρεχα πανευτυχής!
Μὲ τὸ καπέλο στὸ δεξί μου χέρι,
πίσω ἀπὸ μιὰ πεταλούδα φωσφορίζουσα,
ποὺ μ’ ἔκανε τρελὸ ἀπὸ χαρά.
Καὶ ξάφνου γκάπ, σκοντάφτω.
Καὶ δὲν ξέρω τί ἔγινε ὁ κῆπος!
Τὸ σκηνικὸ ἄλλαξε ἐντελῶς:
Αἷμα κυλᾶ ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τὴ μύτη μου.
Εἰλικρινὰ δὲν ξέρω τί συνέβη.
Ἢ σῶστε με ἀμέσως,
ἢ φυτέψτε μου μιὰ σφαίρα στὸν αὐχένα!

Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χιλιανὸς (ἀντι)ποιητὴς Νικάνωρ Πάρρα στὸ ἔργο του «Ποιήματα ἐπείγουσας ἀνάγκης» περιγράφει τὸν ἄνθρωπο πού, κυνηγώντας τὴν οὐτοπία μιᾶς ξένοιαστης, χαρούμενης ζωῆς, βρίσκεται ξαφνικὰ ἀνέτοιμος καὶ ἀπελπιστικὰ ἀνίσχυρος μπροστὰ σὲ ὅ,τι συνιστᾶ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ ὀνείρου του: στὴν εἰσβολὴ τοῦ πόνου στὴ ζωή του.

Συνέχεια

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ : ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΤΟΝ ΒΟΗΘΟ;

 

Μπροστά στις εξετάσεις σου ίσως να αισθάνεσαι λίγη ανησυχία.

Δεν είναι κακό ούτε αφύσικο. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Η αδυναμία ενυπάρχει μέσα μας, ακόμα και στους πιο δυνατούς. Όλοι κάποτε χρειαζόμαστε ένα χέρι.

Γνωρίζεις όμως πού και πώς να ζητήσεις αυτή τη βοήθεια;

Υπάρχει κάποιος που μπορεί να ’ρθει στο πλάι σου; Να σταθεί στη μάχη δίπλα σου; Που όχι μόνο να θέλει, αλλά και να μπορεί να σου δώσει αυτό που ζητάς; Κι αν υπάρχει, εσύ τον ξέρεις; Έχεις κάποια σχέση μαζί του; Μπορείς να τον καλέσεις κοντά σου; Μήπως είσαι σαν τον 17χρονο που έγραψε αυτό το γράμμα που ακολουθεί;

Συνέχεια

Τρία πρόσωπα (Πασχαλινή ιστορία)

 

του π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄ­στρα­ψα καὶ βρόν­τη­ξα, ἀλ­λὰ μό­νο μέ­σα μου. Ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ βγά­λω ἄ­χνα μπρο­στὰ στὸν πα­τέ­ρα μου! Ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τος.

–  Πέν­τε μέ­ρες εἶ­ναι πολ­λές. Δὲν ξα­να­βρί­σκον­ται εὔ­κο­λα. Ξέ­χνα το γιὰ φέ­τος. Δὲν θὰ πᾶς που­θε­νά!

Ἡ ἀ­δελ­φή μου στρά­βω­σε τὸ μοῦ­τρο της κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ σὰν νὰ μοῦ ’­λε­γε:

–  Δὲν στά ’­λε­γα;

Ἔ­βρα­ζα, μὰ τί  νά ’­κα­να; Τέ­λει­ω­σα βι­α­στι­κὰ τὸ φα­γη­τό μου, ση­κώ­θη­κα, πῆ­γα στὸ δω­μά­τιό μου. Μό­λις ὅ­μως ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα πί­σω μου, ξε­σπά­θω­σα.

.

Συνέχεια

Οἱ ἁ­γι­α­σμέ­νοι

ΑΔΕΛΦΟΙ ΖΩΣΙΜΑΔΕΣ

 

τοῦ π. Δημητρίου Μπόκου

Ἐν­νιὰ στὸν ἀ­ριθ­μό, ἕ­ξι ἀ­γό­ρια καὶ τρί­α κο­ρί­τσια ἀ­π’ τὰ Γραμ­με­νο­χώ­ρια τῶν Ἰ­ω­αν­νί­νων οἱ θρυ­λι­κοὶ Ζω­σι­μά­δες (1750-1840 περίπου), ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ ἐν­τε­λῶς ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ πε­ρί­πτω­ση μο­να­δι­κῶν ἀν­θρώ­πων.

Τὰ κο­ρί­τσια (Ἀ­λε­ξάν­δρα, Ζω­ή, Ἀγ­γε­λι­κὴ) ἔ­μει­ναν στὰ Γι­άν­νε­να, ἐ­νῶ τὰ ἀ­γό­ρια (Ἰ­ω­άν­νης, Ἀ­να­στά­σιος, Νι­κό­λα­ος, Θε­ο­δό­σιος, Ζώ­ης, Μι­χα­ήλ) κα­τέ­φυ­γαν στὴ Ρω­σί­α καὶ ἀλ­λοῦ, ἀ­σχο­λού­με­νοι μὲ τὸ ἐμ­πό­ριο. Καὶ ὁ πλοῦ­τος τους, σὰν εὐ­λο­γη­μέ­νος, αὔ­ξα­νε καὶ ἐ­ξέ­πλητ­τε τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν ξι­πά­στη­καν.

Ἀν­τι­θέ­τως, ἐν­συ­νεί­δη­τα δο­σμέ­νοι στὸν Θε­ὸ καὶ στὴν πα­τρί­δα, ἔ­τα­ξαν σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς τους τὴν ὠ­φέ­λεια τῆς Ἑλ­λά­δας, μὲ τί­μη­μα τὴ δι­κή τους ἀ­σκη­τι­κὴ ζω­ή.

Συνέχεια

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ

 

π. Δημητρίου Μπόκου

«Ἡ δυστυχία ὑπάρχει, εἶπε… ἁπλώνοντας τὰ χέρια του. Εἶναι πραγματική… Δὲν μπορῶ νὰ ἰσχυριστῶ πὼς δὲν ὑπάρχει ἢ ὅτι κάποτε θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει. Ἡ δυστυχία εἶναι ἡ ἀνθρώπινη συνθήκη… Δὲν μποροῦμε νὰ ἐμποδίσουμε τὴ δυστυχία… Μιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ καταργήσει μόνο τὴν κοινωνικὴ δυστυχία – τὴν ἄχρηστη δυστυχία. Ἡ ὑπόλοιπη ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει. Εἶναι ἡ ρίζα, ἡ πραγματικότητα. Ὅλοι ἀπὸ μᾶς ἐδῶ θὰ γνωρίσουμε τὴ λύπη. Ἂν ζήσουμε πενήντα χρόνια, θὰ εἶναι πενήντα χρόνια λύπης. Καὶ στὸ τέλος θὰ πεθάνουμε. Μὲ αὐτὴ τὴν συνθήκη (=τὸν ὅρο) γεννιόμαστε».

.
«Πραγματικότητα τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἀλληλεγγύη, εἶπε ἕνα ψηλὸ κορίτσι μὲ γλυκὰ μάτια. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀληθινὴ συνθήκη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς» (Οὔρσουλα Λὲ Γκέν, Ὁ ἀναρχικὸς τῶν δύο κόσμων).

.

Συνέχεια

Διεκδίκηση ή υπομονή;

20140823_095949

του π. Δημητρίου Μπόκου

Ο Τσέχωφ μας έβαλε σε προβληματισμό.Πώς πρέπει να ενεργεί ο Χριστιανός; Να διεκδικεί το δίκιο του ή όχι; Να πατάει πόδι ή να υπομένει την αδικία;

Μερικές σκέψεις ίσως μας βοηθήσουν.

α. Ο Ιησούς Χριστός υπέμεινε τα πάντα. Την πιο ολοκληρωτική αδικία. Ενώ ήταν εντελώς αθώος. Αυτό είναι η τελειότητα. Αυτό πρέπει να επιδιώκουμε κι εμείς, γιατί ό,τι έκαμε ο Χριστός, το έκαμε για δικό μας παραδειγματισμό, όπως λέγει ο απόστ. Πέτρος: «Υμίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού»(Α΄ Πέτρ. 2, 21).

β. Οι άγιοι μιμήθηκαν τον Χριστό και κατάφεραν να υπομείνουν τις αδικίες. Στο Γεροντικό έχουμε πολλά παραδείγματα ασκητών που, ενώ τους λήστευαν, όχι μόνο δεν αντιδρούσαν, αλλά και βοηθούσαν τους ληστές στο φόρτωμα και τους παρέδιδαν μόνοι τους ό,τι εκείνοι ξεχνούσαν πίσω τους.

Και ο Χριστός και οι άγιοι υπέμειναν την αδικία από δική τους ελεύθερη επιλογή. Όχι από αδυναμία να αντιδράσουν διαφορετικά.

 

Συνέχεια

ΠΟΣΟ ΧΡΟΝΟ ΕΧΕΙΣ;

 clock

 

π. Δημητρίου Μπόκου

Σὲ μιὰ θαυ­μα­στὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη ὁ χα­ρι­σμα­τι­κὸς Ρου­μά­νος γέ­ρον­τας Ἀρ­σέ­νιος Μπό­κα (1910-1989) εἶ­δε μιὰ με­γά­λη σύ­να­ξη δαι­μό­νων, ὅ­που ὁ ἀρ­χη­γός τους ζή­τη­σε νὰ σκε­φθοῦν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο δέ­λε­αρ γιὰ νὰ πα­ρα­σύ­ρουν ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους.

Ἕ­νας δαί­μο­νας εἶ­πε νὰ τοὺς ὑ­πο­βά­λουν τὸν λο­γι­σμὸ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός. Ἕ­νας ἄλ­λος πρό­τει­νε νὰ τοὺς ἀ­φή­σουν νὰ πι­στεύ­ουν στὸν Θε­ό, ἀλ­λὰ νὰ τοὺς πεί­σουν ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε πα­ρά­δει­σος οὔ­τε κό­λα­ση οὔ­τε ζω­ὴ πέ­ρ’ ἀ­πὸ τὸν τά­φο.

Ὁ δι­ά­βο­λος δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως, γι­’­αὐ­τὸ ἕ­να τρί­το δαι­μό­νιο εἶ­πε: «Κα­λύ­τε­ρα νὰ ἐ­παι­νοῦ­με τοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ τὴν πί­στη στὸν Θε­ό, στὸν  πα­ρά­δει­σο, στὴν κό­λα­ση καὶ στὴν τε­λι­κὴ κρί­ση,  ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να νὰ τοὺς ψι­θυ­ρί­ζου­με ἀ­δι­ά­κο­πα: “Μὴ βι­ά­ζε­στε νὰ με­τα­νο­ή­σε­τε! Ἀ­φῆ­στε το αὐ­τὸ γιὰ τὰ γε­ρά­μα­τά σας. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἀ­κό­μα μα­κριά. Συνέχεια

Ιστορία αγάπης (Χριστουγεννιάτικη ιστορία)

 

.

του π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε σβέλ­τα στὴ θέ­ση του καὶ ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ μη­χα­νή. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἐ­πι­βά­τες ἀ­νέ­βη­καν βι­α­στι­κά, βάλ­θη­καν νὰ ψά­χνουν τὶς θέ­σεις τους. Προ­πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ κί­νη­ση στὸ ζε­νίθ.

Ἔ­σκυ­ψε νὰ ση­κώ­σει τὴ βα­λί­τσα της, μὰ ὁ ἄν­τρας της τὴν πρό­λα­βε. Τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸν χῶ­ρο τῶν ἀ­πο­σκευ­ῶν καὶ γύ­ρι­σε κε­φά­τος κον­τά της.

– Ἄν­τε λοι­πόν, κα­λό σου τα­ξί­δι, τῆς χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας την. Σὲ λίγο πάλι ραν­τε­βοῦ ἐ­δῶ.

Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ζό­ρι, ἀν­τάλ­λα­ξαν ἕ­να βι­α­στι­κό, ψυ­χρὸ φι­λὶ κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ θέ­ση της. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­θή­να ἐ­κτά­κτως. Γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες μο­νά­χα.

 

Συνέχεια

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: