ΧΗΡΑ ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ

τότε που οι γυναίκες πολεμούσαν σαν άντρες, τότε που τιμούσαν την οικογένεια, τότε που τιμούσαν το στεφάνι τους…

ένα  συγκινητικό κείμενο από το αναγνωστικό της Έκτης Δημοτικού(1964)

από το βιβλίο « Μεγάλα Χρόνια», 1930 Γιάννης Βλαχογιάννης

 

Scan0028

Ό γέρο – αγωνιστής έτελείωσε τήν διήγησί του για του κάστρου τήν παράδοσι. (σημ. το κάστρο της Κιάφας- εδώ)

.
—Έβγήκαμε με όλες τις τιμές, έλεγε. Μέ τ’ άρματα και με τα πράγματα μας. Η συμφωνία έφυλάχθηκε πιστή άπό τους Τούρκους. Μα δεν ήταν γραμμένο νά τελείωση έτσι αυτή ή σκηνή τής πολιορκίας. Γιατί, κοντά στην συμφωνία τήν γραπτή, έγινε κι άλλη, πιο παράξενη άπό τήν πρώτη.
Και τήν έκανε μιά απλή γυναίκα. Η Μάρω η Σουλιώτισσα, νιόνυμφη και χηρεμένη. Όσο έζούσε ό άνδρας της, τήν έσεβόταν ή φρουρά. Μά και χήρα τώρα δέν έχωράτευε. Νομίζεις είχε πάρει τόν αέρα εκείνου του παλληκαριού, που ήταν το πρώτο ανάμεσα μας. Και η παρθενική της ντροπή μονάχα δέν άφηνε τήν χήρα νά δράξη τ’ άρματα.

.


Και τώρα βγαίνοντας άπό τό κάστρο η Μάρω ακολουθούσε αμίλητη, άκλαυτη, άσχημη, γιατί είχε σβήσει η πείνα κάθε ανθό στην όψητης, όπως είχε κάμει νά στερέψη και τό στερνό της δάκρυ.

.

Άξαφνα η Μάρω, εκεί που  επήγαινε σκυφτή, έβαλε μιά φωνή. Και είχαμε αδειάσει πιά τό κάστρο και οί Τούρκοι ετοιμάζονταν νά μπουν.

Έγύρισε ή Μάρω πίσω τρέχοντας και έστάθηκε στην σιδερόπορτα του κάστρου ολόρθη μέ τήν παρδαλή μανδήλα της (τά μαύρα τότε πού νά τά ‘βρισκε; υστέρα η ζωή της έπέρασε μαυροντυμένη).

.
— Σταθήτε πίσω ! είπε. Κανένας δέν θα μπη !

Παραξένεψε πολύ και η όψι και η φωνή της. Οί Αρβανίτες τήν επήραν μέ τό καλό.
— Σύρε! της είπαν. Σκλάβα θά κρατηθής, αν γίνης. Τί ζητάς;

Στό κάστρο μέσα έλησμονήθηκε άνθρωπος. Μπέσα για μπέσα ;
— Μπέσα , είπε ένας Αρβανίτης.

.
Ή Μάρω έχάθηκε και έξαναφάνηκε σέ λίγο κρατώντας στην ποδιά της κρυμμένο κάτι. Και έπροχώρησε νά περάση.
Οι Τούρκοι τώρα την έκύκλωσαν στενά, θέλοντας νά ίδούν. τί είχε και νά της το αρπάξουν.
Ή ίδια η Μάρω είδε τον κίνδυνο. Έτράβηξε το χαντζάρι άπό τόν κόρφο της, πού το είχε πάντα σύντροφο της.

.
— Πίσω, έφώναξε. Την μπέσα μην πατάτε!
Με το αριστερό της χέρι βαστώντας την ποδιά της ανοίκτή έδειχνε τα κόκκαλα (λιβανισμένα κόκκαλα του ανδρός της ). Και έφοβέριζε με το μαχαίρι. Και έπροχώρησε και έπέρασε.

.
Όταν άπό στόμα σέ στόμα έσπάρθηκε της Μάρως ή αποκοτιά(τόλμη), δέν έμεινε όψι νά μή γλυκαθη και χείλι νά μή γελάση. Και ήταν ένα ξαλάφρωμα στην πικραμένη συνοδεία μας, που έπροχωρούσε βαρυκίνητα… Νου και καρδιά ποιος είχε πιά την Μάρω νά θαυμάσει!

.
« Μεγάλα Χρόνια», 1930 Γιάννης Βλαχογιάννης

από το αναγνωστικό της Έκτης Δημοτικού(1964)

για την αντιγραφή: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”

 

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...